Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2021

Συμβούλιο Υπουργών Υγείας στο Λουξεμβούργο

06/06/2011

Γραφείο Τύπου

210 - 52.05.290-1

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΥΠΟΥΡΓΩΝ ΥΓΕΙΑΣ

Λουξεμβούργο 6 Ιουνίου 2011

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Ο Υπουργός Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, κ. Ανδρέας Λοβέρδος συμμετείχε στο Συμβούλιο Υπουργών Υγείας που πραγματοποιήθηκε στο Λουξεμβούργο σήμερα, 6 Ιουνίου 2011, κατά το οποίο συζητήθηκε, μετά από αίτημα της Ελλάδας, το θέμα των επιπτώσεων στη δημόσια υγεία από τη μετανάστευση.

Ο κ. Λοβέρδος κατά την παρέμβαση του ανέφερε ότι η παράνομη μετανάστευση είναι ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζει η Ελλάδα, επισημαίνοντας ότι μόνο πέρυσι μπήκαν στη χώρα πάνω από 132.000 λαθρομετανάστες, ενώ το πρώτο τετράμηνο του 2011 περί τις 9.000.

Καθώς η πλειονότητα τους είναι από χώρες της Ασίας και της Αφρικής με εντελώς διαφορετικό επιδημιολογικό προφίλ από εκείνο των Ελλήνων και των άλλων Ευρωπαίων, οι κίνδυνοι για τη δημόσια υγεία είναι μεγάλοι. Οι μετανάστες δύνανται να μεταφέρουν νοσήματα που στην Ευρώπη πλέον θεωρούνται εξαφανισμένα, όπως η πολιομυελίτιδα, η χολέρα, ο δάγκειος πυρετός, η ελονοσία και να αυξήσουν τα ποσοστά νοσημάτων όπως η φυματίωση και η ηπατίτιδα, λόγω κακών συνθηκών διαβίωσης.

Οι συνέπειες της λαθρομετανάστευσης στη Δημόσια Υγεία ξεπερνούν τις δυνατότητες και τα μέσα που διαθέτει η χώρα ενώ το βάρος για το σύστημα υγείας είναι δυσβάσταχτο. Το συνολικό κόστος περίθαλψης των μεταναστών το 2010 προσέγγισε τα 140.000.000 ενώ η βοήθεια που λαμβάνει η χώρα είναι περισσότερο συμβολική. Για το πρώτο εξάμηνο του 2011 εγκρίθηκαν 10.000.000 ευρώ. Οι συνέπειες στη Δημόσια Υγεία δεν μπορούν να υποτιμηθούν και δεν αφορούν μόνο την Ελλάδα. Έως τώρα, η Ελληνική Πολιτεία έχει κατορθώσει να κρατήσει το πρόβλημα υπό έλεγχο. Ωστόσο, επιδημιολογικά η κατάσταση παραμένει επισφαλής. Οι επιδημίες δεν γνωρίζουν σύνορα. Τυχόν επιδείνωση των συνθηκών στην Ελλάδα θα επηρεάσει αναπόδραστα και την υπόλοιπη Ευρώπη.

Ο κ. Λοβέρδος επισήμανε ότι το κοινό ευρωπαϊκό πρόβλημα απαιτεί κοινή ευρωπαϊκή λύση. Η λύση αυτή πρέπει να είναι συνολική και μόνιμη, όχι αποσπασματική και πρόσκαιρη. Η Ελλάδα και οι υπόλοιπες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου έχουν ανάγκη την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη είτε με νέα θεσμικά και χρηματοδοτικά εργαλεία, είτε με την τροποποίηση και διεύρυνση των παλαιών, ώστε να μπορούν να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά την πρόκληση. Με άλλα λόγια, έχουμε ανάγκη μια υγειονομική «FRONTEX», ικανή να θωρακίσει τον ευρωπαϊκό πληθυσμό.

Κατά τη συζήτηση για τα συστήματα υγείας ο κ. Λοβέρδος επισήμανε ότι η υγεία απορροφά άνω του 10% του ΑΕΠ και κατά συνέπεια η αποτελεσματικότητα και η αποδοτικότητα του είναι ζωτικής σημασίας για τις οικονομίες των χωρών. Οι προκλήσεις για τα συστήματα υγείας, κυρίως η εξάπλωση των μη μεταδοτικών νόσων σε συνδυασμό με τους περιορισμένους πόρους, αποτελούν κατεπείγοντα λόγο ενίσχυσης και μετασχηματισμού τους με μετατόπιση της χρηματοδότησης προς ολοκληρωμένες προσεγγίσεις με έμφαση στην πρόληψη, στην έγκαιρη διάγνωση, στη θεραπεία και στη διαχείριση των επιπλοκών.

Ο κ. Λοβέρδος ανέφερε ότι πρώτη προτεραιότητα για την Ελλάδα αυτή την περίοδο είναι η αναδιοργάνωση του συστήματος και η δραστική περιστολή των δαπανών με μεγιστοποίηση της ωφέλειας και βελτίωση της αποδοτικότητας μέσω κατάλληλων, έγκαιρων και ποιοτικών υπηρεσιών υγείας για όλους. Προς αυτή την κατεύθυνση βρίσκεται σε εξέλιξη η διαδικασία αναδιάταξης των Νοσοκομείων με τη λειτουργική ενοποίηση, ή τη μετεξέλιξη ορισμένων εξ’ αυτών σε εξειδικευμένες μονάδες για καλύτερη αξιοποίηση ανθρώπινου δυναμικού και ιατροτεχνολογικής υποδομής ενώ κεντρικό ρόλο θα έχει ο Ενιαίος Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας για καλύτερη εξυπηρέτηση των πολιτών και οικονομίες κλίμακος.

Προτεραιότητα επίσης για το Υπουργείο Υγείας είναι η υιοθέτηση ενός υγιεινότερου τρόπου ζωής με λιγότερο κάπνισμα, περισσότερη άσκηση και προσεγμένη διατροφή. Σ’ αυτό το πλαίσιο ο κ. Λοβέρδος τάχθηκε υπέρ της θέσπισης ενός διεθνούς φόρου αλληλεγγύης στον καπνό για την εξεύρεση πόρων στη μάχη κατά των μη μεταδοτικών ασθενειών, αλλά και στη μείωση του καπνίσματος και ζήτησε την υποστήριξη των ομολόγων του σ’ αυτή την πρωτοβουλία.

Τέλος τόνισε την ανάγκη ενίσχυσης της συνεργασίας μεταξύ των κρατών-μελών στον εντοπισμό τομέων που μπορούν να πετύχουν περισσότερα με τους ίδιους, ή και λιγότερους πόρους δουλεύοντας από κοινού.